Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
oh boy
01
ωχ, παναγία μου
used to express frustration or dismay along with a sense of resignation
Παραδείγματα
Oh boy, the weather ruined our outdoor picnic plans.
Ωχ παιδί μου, ο καιρός κατέστρεψε τα σχέδιά μας για πικνικ στο ύπαιθρο.
02
ω Θεέ μου, οχ όχι
used to express surprise, excitement, or anticipation
Παραδείγματα
Oh boy, a weekend getaway to the beach sounds amazing!
Ω αγόρι, μια αποδραστική εξόρμηση σαββατοκύριακου στην παραλία ακούγεται καταπληκτική!



























