Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
by way of
01
μέσω, διαμέσου
through a particular method, route, or means
Παραδείγματα
He obtained the information by way of an online search.
Απέκτησε τις πληροφορίες μέσω μιας διαδικτυακής αναζήτησης.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μέσω, διαμέσου