Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in unison with
01
σε αρμονία με, σε ενότητα με
acting or happening together in perfect agreement or harmony
Παραδείγματα
Their actions were in unison with their words, showing genuine commitment.
Οι ενέργειές τους ήταν σε αρμονία με τα λόγια τους, δείχνοντας γνήσια δέσμευση.



























