Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in unison with
01
σε αρμονία με, σε ενότητα με
acting or happening together in perfect agreement or harmony
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The choir sang in unison with the orchestra, creating a beautiful and cohesive performance.
Η χορωδία τραγούδησε σε αρμονία με την ορχήστρα, δημιουργώντας μια όμορφη και συνεκτική παράσταση.



























