
Αναζήτηση
for the purpose of
01
προς τον σκοπό του, με σκοπό να
with the intention or aim of achieving a specific objective or goal
Example
She enrolled in a photography class for the purpose of improving her skills and pursuing her passion for capturing moments through images.
Εγγράφηκε σε ένα μάθημα φωτογραφίας προς τον σκοπό του να βελτιώσει τις δεξιότητές της και να ακολουθήσει το πάθος της για την αιχμαλωσία στιγμών μέσω εικόνων.
She enrolled in the course for the purpose of improving her language skills.
Εγγράφηκε στο μάθημα προς τον σκοπό του να βελτιώσει τις γλωσσικές της ικανότητες.

Συναφή Λέξεις