Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Toy robot
01
παιχνιδορομπότ, ρομπότ παιχνίδι
a mechanical plaything designed to imitate the movements and behaviors of real robots, offering interactive and entertaining experiences for users of all ages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toy robots
Παραδείγματα
We spent hours playing with our toy robot and making it race across the floor.
Περνούσαμε ώρες παίζοντας με το ρομπότ παιχνίδι μας και το κάναμε να τρέχει στο πάτωμα.



























