Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Language disorder
01
διαταραχή γλώσσας, διαταραχή επικοινωνίας
a condition in which an individual has difficulties with the comprehension or expression of language, which may affect their ability to communicate effectively and use language appropriately in various contexts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
language disorders



























