noun modifier
Pronunciation
/nˈaʊn mˈɑːdɪfˌaɪɚ/

Ορισμός και σημασία του "noun modifier"στα αγγλικά

01

τροποποιητής ουσιαστικού, ονοματικός τροποποιητής

a word or phrase that provides additional information or description about a noun, clarifying its characteristics, qualities, or attributes within a sentence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
noun modifiers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store