noun modifier
noun
ˈnaʊn
nawn
mo
mo
di
di
fier
faɪə
faie

Ορισμός και σημασία του "noun modifier"στα αγγλικά

01

τροποποιητής ουσιαστικού, ονοματικός τροποποιητής

a word or phrase that provides additional information or description about a noun, clarifying its characteristics, qualities, or attributes within a sentence 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
noun modifiers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store