internal linguistic change
Pronunciation
/ɪntˈɜːnəl lɪŋɡwˈɪstɪk tʃˈeɪndʒ/

Ορισμός και σημασία του "internal linguistic change"στα αγγλικά

Internal linguistic change
01

εσωτερική γλωσσική αλλαγή, εσωτερική γλωσσική εξέλιξη

changes that occur within a language over time without the influence of external factors
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store