Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Archaic pronoun
01
αρχαϊκή αντωνυμία, παλιά αντωνυμία
a pronoun that was commonly used in older forms of the language but has fallen out of common usage in modern times, typically due to changes in language and cultural shifts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
archaic pronouns



























