Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adverbial genitive
01
επιρρηματική γενική, περιστασιακή γενική
a noun in the genitive case that functions as an adverbial modifier
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
adverbial genitives
LanGeek



























