Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Meter base
01
βάση μετρητή, στήριγμα μετρητή
a device that houses the electrical meter and provides a secure connection point for the utility company to measure and monitor the electrical usage of a building
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
meter bases
Παραδείγματα
To prevent tampering, the meter base was locked and only accessible to authorized personnel.
Για να αποφευχθεί η παραβίαση, η βάση του μετρητή ήταν κλειδωμένη και προσβάσιμη μόνο από εξουσιοδοτημένο προσωπικό.



























