Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bowerbird
01
πουλί μπόουερ, κηπουρός πτηνό
an Australian bird, the male of which builds a decorated chamber in order to attract females
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bowerbirds
Λεξικό Δέντρο
bowerbird
bower
bird



























