chain block
chain
ʧeɪn
chein
block
blɒk
blok

Ορισμός και σημασία του "chain block"στα αγγλικά

01

αλυσοδοκός μπλοκ, αλυσοδοκός τροχαλία

a lifting device that uses a chain and pulley system to lift and lower heavy loads 
chain block definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chain blocks
Παραδείγματα
The workers used a chain block to lift the heavy beam into place. 

Οι εργάτες χρησιμοποίησαν ένα αλυσοδοκό μπλοκ για να σηκώσουν τη βαριά δοκό στη θέση της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store