Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Arch bridge
01
τοξωτή γέφυρα, αψιδωτή γέφυρα
a type of bridge that uses a curved arch-shaped structure to support and distribute the load
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
arch bridges



























