stud wall
stud
'stʌd
stad
wall
wɔ:l
vawl

Ορισμός και σημασία του "stud wall"στα αγγλικά

01

τοίχος πλαισίων, τοίχος στύλων

a non-load-bearing wall made of vertical wooden or metal studs covered with materials such as drywall or paneling 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stud walls
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store