wall cabinet
wall
ˈwɔ:l
vawl
ca
bi
bi
net
nɪt
nit

Ορισμός και σημασία του "wall cabinet"στα αγγλικά

01

τοιχοθήκη, κρεμαστό ντουλάπι

a type of kitchen cabinet that is mounted on the wall above the countertop or stove 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wall cabinets
Παραδείγματα
The kitchen has several wall cabinets for storing dishes and glassware. 

Η κουζίνα έχει πολλά τοιχοθήκες για την αποθήκευση πιάτων και γυαλιών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store