Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Four walls
01
τέσσερις τοίχοι, κλειστός χώρος
a shooting location that has four actual walls, typically a room or an enclosed space, that can be used to create a sense of confinement or intimacy in the scene
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
four walls



























