open water
o
ˈəʊ
ew
pen
pən
pēn
wa
wɔ:
vaw
ter

Ορισμός και σημασία του "open water"στα αγγλικά

01

ανοιχτό νερό, επιφάνεια ανοικτού νερού

any body of water that is not contained within a defined or enclosed area 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
open waters
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store