Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Open mic
01
ανοιχτό μικρόφωνο, ανοιχτή σκηνή
a performance event where artists or performers can showcase their talent on stage without being booked in advance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
open mics
LanGeek



























