Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Street magic
01
μαγεία δρόμου, αστική μαγεία
a form of close-up magic performed in public places, such as streets, parks, or other outdoor settings, usually for unsuspecting audiences
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
street magics
LanGeek



























