Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tinikling dance
01
χορός tinikling, φιλιππινέζικος παραδοσιακός χορός με μπαμπού
a Filipino folk dance that involves dancers nimbly navigating between striking bamboo poles, creating a distinctive tinkling sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tinikling dances



























