Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pop filter
01
φίλτρο pop, οθόνη αντι-ανέμου
a screen or shield used with a microphone to reduce plosive sounds and wind noise during recording
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pop filters



























