holiday pay
ho
ˈhɒ
χο
li
λι
day
deɪ
ντει
pay
peɪ
πει

Ορισμός και σημασία του "holiday pay"στα αγγλικά

01

αποδοχές διακοπών, πληρωμή αργίας

the compensation that an employee receives from their employer for taking time off work during a holiday or vacation period 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
holiday pays
Παραδείγματα
Part-time staff often ask whether they are entitled to holiday pay. 

Οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση συχνά ρωτούν αν δικαιούνται αποδοχές αδείας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store