Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
half-assed
01
μισοτελειωμένος, αποτυχημένος
done with little effort, care, or commitment, often resulting in poor quality
Παραδείγματα
The design looks half-assed, with no attention to detail.
Ο σχεδιασμός φαίνεται μισοτελειωμένος, χωρίς προσοχή στη λεπτομέρεια.



























