power lead
power
paʊər
παουαρ
lead
li:d
ληντ
/pˈaʊə lˈiːd/

Ορισμός και σημασία του "power lead"στα αγγλικά

01

καλώδιο τροφοδοσίας, καλώδιο ρεύματος

a cable used to connect an electrical device to a power source
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
power leads
Παραδείγματα
The printer came with a power lead for easy setup.
Ο εκτυπωτής ήρθε με ένα καλώδιο ρεύματος για εύκολη εγκατάσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store