labor room
la
ˈleɪ
lei
bor
room
ru:m
room

Ορισμός και σημασία του "labor room"στα αγγλικά

01

αίθουσα τοκετού, αίθουσα γέννας

the room in the hospital where a woman in labor stays before going to the delivery room 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
labor rooms
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store