day room
day
deɪ
dei
room
rum
room
dayroomdarkroom

Ορισμός και σημασία του "day room"στα αγγλικά

01

αίθουσα ημέρας, κοινόχρηστος χώρος για χαλάρωση και κοινωνικοποίηση

a communal space in a residential or healthcare facility for relaxation and socialization during the day 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
day rooms

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store