pastry flour
pastry
peɪstri
peistri
flour
flaʊə
flawe

Ορισμός και σημασία του "pastry flour"στα αγγλικά

01

αλεύρι για ζαχαροπλαστική, αλεύρι ζαχαροπλαστικής

a type of flour with a moderate protein content that is finer than all-purpose flour but coarser than cake flour 
pastry flour definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pastry flours
Παραδείγματα
He carefully folded the fruit filling into the pastry dough made with pastry flour. 

Προσεκτικά διπλωμένη η γέμιση φρούτων στη ζύμη που φτιάχτηκε με αλεύρι για ζαχαροπλαστική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store