Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Face shield
01
προστατευτική ασπίδα προσώπου, θωράκιση προσώπου
a protective device worn over the face to provide a barrier against potential hazards, commonly used in industries, healthcare settings, and laboratories
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
face shields



























