Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spend on
[phrase form: spend]
01
ξοδεύω σε, δαπανώ για
to use money in exchange for the purchase of a specific item or the utilization of a particular service
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
spend
ενεστώτας
spend on
γ΄ ενικό πρόσωπο
spends on
ενεστώτα μετοχή
spending on
απλός αόριστος
spent on
παθητική μετοχή
spent on
Παραδείγματα
She spent a considerable amount on a designer dress for a special occasion.
Ξόδεψε ένα σημαντικό ποσό για ένα σχεδιαστικό φόρεμα για μια ειδική περίσταση.



























