nail glue
nail
neɪl
neil
glue
glu:
gloo

Ορισμός και σημασία του "nail glue"στα αγγλικά

01

κόλλα νυχιών, κολλητικό για τεχνητά νύχια

a type of adhesive used to bond artificial nails or nail tips to natural nails for extended wear 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nail glues
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store