Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Top coat
01
επιφανειακό στρώμα, βερνίκι φινιρίσματος
a nail polish product applied as a final layer to seal and protect nail polish, extend wear, and add shine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
top coats



























