id card
id
aɪdi:
aidi
card
kɑ:d
kaad

Ορισμός και σημασία του "ID card"στα αγγλικά

01

ταυτότητα, αστυνομική ταυτότητα

any official card that shows someone's name, birth date, photograph, etc., proving who they are 
ID card definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ID cards
Παραδείγματα
She always carries her ID card with her to ensure she can verify her identity when needed. 

Πάντα κουβαλάει μαζί της την ταυτότητά της για να διασφαλίσει ότι μπορεί να επαληθεύσει την ταυτότητά της όταν χρειαστεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store