Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bumper pad
01
προστατευτικό μαξιλάρι, μαξιλάρι προφύλαξης
a protective cushion or padding used to prevent damage or impacts between objects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bumper pads
LanGeek



























