Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to talk sense
01
μιλάω λογικά, λέω κάτι λογικό
to speak in a clear and reasonable manner
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
For once, stop shouting and talk sense.
Για μια φορά, σταμάτα να φωνάζεις και μίλα λογικά.
to talk (some) sense into somebody
01
να βάλει μυαλό σε κάποιον, να τον συνεφέρει
to make someone start thinking sensibly by the means of help or persuasion
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
I wish somebody would knock some sense into our politicians.
Προσπάθησα να τον συνεφέρω πριν παραιτηθεί χωρίς κανένα σχέδιο.
LanGeek



























