Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spit it out
01
πες το επιτέλους, βγάλε το από το στόμα σου
used when urging a person to quickly say the thing they seem embarrassed or frightened to share
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Come on, spit it out—what did you break?
Βλέπω ότι έχεις κάτι στο μυαλό σου· πες το, και θα το συζητήσουμε.



























