Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take up the gauntlet
01
δέχεται την πρόκληση, αναλαμβάνει την πρόκληση
to agree to undertake a challenge
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
When the rival team challenged us, we took up the gauntlet.
Όταν η αντίπαλη ομάδα μάς προκάλεσε, δεχτήκαμε την πρόκληση.



























