Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Double trouble
01
διπλό πρόβλημα, διπλή δυσκολία
*** a situation in which there is twice the number of problems that usually exist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























