Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Double trouble
01
διπλό πρόβλημα, διπλή δυσκολία
* a situation in which there is twice the number of problems that usually exist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
double troubles
LanGeek



























