Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bollocks up
01
καταστρέφω, χαλώ
make a mess of, destroy or ruin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
bollocks
ενεστώτας
bollocks up
γ΄ ενικό πρόσωπο
bollocks up
ενεστώτα μετοχή
bollocksing up
απλός αόριστος
bollocksed up
παθητική μετοχή
bollocksed up



























