Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Car crash
01
αυτοκινητιστικό ατύχημα, σύγκρουση αυτοκινήτων
a situation where a car collides with something, such as another vehicle or other object
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
car crashes
Παραδείγματα
After the car crash, the driver was taken to the hospital for evaluation and treatment of minor injuries.
Μετά το αυτοκινητιστικό ατύχημα, ο οδηγός μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο για αξιολόγηση και θεραπεία μικρών τραυματισμών.
02
αυτοκινητιστικό ατύχημα, αποτυχία
a sudden and dramatic failure or setback
Dialect
British



























