Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stuffed toy
01
παιχνίδι με γέμιση, λεκέ δώρο
a toy that usually looks like an animal and is covered and filled with soft materials
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stuffed toys
Παραδείγματα
She hugged her stuffed toy tightly as she watched the movie.
Αγκάλιασε σφιχτά το γουρουνάκι της ενώ παρακολουθούσε την ταινία.



























