stuffed toy
stuffed
stʌft
staft
toy
tɔɪ
toy
plush toy

Ορισμός και σημασία του "stuffed toy"στα αγγλικά

01

παιχνίδι με γέμιση, λεκέ δώρο

a toy that usually looks like an animal and is covered and filled with soft materials 
stuffed toy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stuffed toys
Παραδείγματα
She carries her favorite stuffed toy everywhere she goes. 

Παίρνει παντού μαζί της το αγαπημένο της λεκέ παιχνίδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store