Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hand off
[phrase form: hand]
01
παραδίδω, περνώ το στέκι
to transfer a responsibility, task, or authority to another person or party
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
hand
ενεστώτας
hand off
γ΄ ενικό πρόσωπο
hands off
ενεστώτα μετοχή
handing off
απλός αόριστος
handed off
παθητική μετοχή
handed off
Παραδείγματα
She will hand off her coaching duties to the assistant coach for the upcoming game.
Αυτή θα παραδώσει τα καθήκοντά της ως προπονήτρια στον βοηθό προπονητή για το επερχόμενο παιχνίδι.
02
απωθώ, διώχνω
(in sports) to push away an opponent using an outstretched arm to continue without interference
Παραδείγματα
The rugby player managed to hand off two opponents as he sprinted toward the try line.
Ο παίκτης του ράγκμπι κατάφερε να απομακρύνει δύο αντιπάλους καθώς έτρεχε προς τη γραμμή τέρματος.
03
παραδίδω, μεταβιβάζω
to transfer the possession of an object to another person or party
Παραδείγματα
As a gesture of goodwill, he decided to hand his old bike off to a neighbor in need.
Ως χειρονομία καλής θέλησης, αποφάσισε να παραδώσει το παλιό του ποδήλατο σε έναν γείτονα που το χρειαζόταν.



























