to adopt out
a
ə
ē
dopt
ˈdɒpt
dopt
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "adopt out"στα αγγλικά

to adopt out
01

υιοθετώ, αποδέχομαι

to accept a new way of thinking or set of principles into one's life 
to adopt out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
adopt
ενεστώτας
adopt out
γ΄ ενικό πρόσωπο
adopts out
ενεστώτα μετοχή
adopting out
απλός αόριστος
adopted out
παθητική μετοχή
adopted out
Παραδείγματα
The company's success was attributed to its willingness to adopt out new ways of thinking in the ever-changing market. 

Η επιτυχία της εταιρείας αποδόθηκε στη διάθεσή της να υιοθετήσει νέους τρόπους σκέψης στην αέναα μεταβαλλόμενη αγορά.

02

δίνω για υιοθεσία, τοποθετώ για υιοθεσία

to find a new family or individual to legally raise a child when the birth parents are unable or unwilling 
Παραδείγματα
The orphanage was able to adopt out several children to loving families last year. 

Το ορφανοτροφείο κατάφερε να υιοθετήσει πολλά παιδιά σε στοργικές οικογένειες πέρυσι.

2.1

τοποθετώ, δίνω για υιοθεσία

to find a new home for a pet through the process of adoption 
Παραδείγματα
The animal shelter successfully adopted out dozens of cats and dogs to loving families. 

Το καταφύγιο ζώων υιοθέτησε με επιτυχία δεκάδες γάτες και σκύλους σε αγαπητικές οικογένειες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store