to run past
run
rʌn
ran
past
pɑ:st
paast

Ορισμός και σημασία του "run past"στα αγγλικά

to run past
01

παρουσιάζω, μοιράζομαι

to present an idea or proposal to someone with the intention of getting their opinion or approval 
to run past definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
past
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run past
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs past
ενεστώτα μετοχή
running past
απλός αόριστος
ran past
παθητική μετοχή
run past
Παραδείγματα
I need to run past my new project idea with the team before I proceed. 

Πρέπει να συζητήσω τη νέα μου ιδέα έργου με την ομάδα πριν προχωρήσω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store