Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to run past
01
παρουσιάζω, μοιράζομαι
to present an idea or proposal to someone with the intention of getting their opinion or approval
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
past
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run past
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs past
ενεστώτα μετοχή
running past
απλός αόριστος
ran past
παθητική μετοχή
run past
Παραδείγματα
I need to run past my new project idea with the team before I proceed.
Πρέπει να συζητήσω τη νέα μου ιδέα έργου με την ομάδα πριν προχωρήσω.



























