to put into
Pronunciation
/pˈʊt ˌɪntʊ/

Ορισμός και σημασία του "put into"στα αγγλικά

to put into
[phrase form: put]
01

επενδύω, αφιερώνω

to invest a specific amount of time or effort into an activity or task with dedication
to put into definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put into
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts into
ενεστώτα μετοχή
putting into
απλός αόριστος
put into
παθητική μετοχή
put into
Παραδείγματα
I appreciate how much time and energy you put into organizing this event.
Εκτιμώ τον χρόνο και την ενέργεια που επένδυσες στην οργάνωση αυτής της εκδήλωσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store