Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to put into
[phrase form: put]
01
επενδύω, αφιερώνω
to invest a specific amount of time or effort into an activity or task with dedication
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put into
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts into
ενεστώτα μετοχή
putting into
απλός αόριστος
put into
παθητική μετοχή
put into
Παραδείγματα
I appreciate how much time and energy you put into organizing this event.
Εκτιμώ τον χρόνο και την ενέργεια που επένδυσες στην οργάνωση αυτής της εκδήλωσης.



























