to trip over
Pronunciation
/tɹˈɪp ˈoʊvɚ/

Ορισμός και σημασία του "trip over"στα αγγλικά

to trip over
01

σκοντάφτω, πατώ σε κάτι και χάνω την ισορροπία μου

to lose balance and almost fall by accidentally colliding with an object while walking or running
Transitive: to trip over sb/sth
to trip over definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
trip
ενεστώτας
trip over
γ΄ ενικό πρόσωπο
trips over
ενεστώτα μετοχή
tripping over
απλός αόριστος
tripped over
παθητική μετοχή
tripped over
Παραδείγματα
The performer managed not to trip over the costume during the stage act.
Ο ερμηνευτής κατάφερε να μην προσκολλήσει στο κοστούμι κατά τη διάρκεια της σκηνικής πράξης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store