Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to trip over
01
σκοντάφτω, πατώ σε κάτι και χάνω την ισορροπία μου
to lose balance and almost fall by accidentally colliding with an object while walking or running
Transitive: to trip over sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
trip
ενεστώτας
trip over
γ΄ ενικό πρόσωπο
trips over
ενεστώτα μετοχή
tripping over
απλός αόριστος
tripped over
παθητική μετοχή
tripped over
Παραδείγματα
The participant had to be careful not to trip over the wires on the stage.
Ο συμμετέχων έπρεπε να είναι προσεκτικός για να μην προσκρούσει στα καλώδια στη σκηνή.



























