Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stake on
[phrase form: stake]
01
στοιχηματίζω σε, ριψοκινδυνεύω
to risk something valuable, such as money, reputation, etc. based on the outcome of a particular situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
stake
ενεστώτας
stake on
γ΄ ενικό πρόσωπο
stakes on
ενεστώτα μετοχή
staking on
απλός αόριστος
staked on
παθητική μετοχή
staked on
Παραδείγματα
The entrepreneur decided to stake on a new business venture, aware that failure could impact both his finances and reputation.
Ο επιχειρηματίας αποφάσισε να ποντάρει σε μια νέα επιχειρηματική επιχείρηση, γνωρίζοντας ότι η αποτυχία θα μπορούσε να επηρεάσει τόσο τις οικονομικές του υποθέσεις όσο και τη φήμη του.



























