stake on
stake
steɪk
στεικ
on
ɑ:n
αν
/stˈeɪk ˈɒn/

Ορισμός και σημασία του "stake on"στα αγγλικά

to stake on
[phrase form: stake]
01

στοιχηματίζω σε, ριψοκινδυνεύω

to risk something valuable, such as money, reputation, etc. based on the outcome of a particular situation
to stake on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
stake
ενεστώτας
stake on
γ΄ ενικό πρόσωπο
stakes on
ενεστώτα μετοχή
staking on
απλός αόριστος
staked on
παθητική μετοχή
staked on
Παραδείγματα
The entrepreneur decided to stake on a new business venture, aware that failure could impact both his finances and reputation.
Ο επιχειρηματίας αποφάσισε να ποντάρει σε μια νέα επιχειρηματική επιχείρηση, γνωρίζοντας ότι η αποτυχία θα μπορούσε να επηρεάσει τόσο τις οικονομικές του υποθέσεις όσο και τη φήμη του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store