Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sandwich between
01
σφίγγομαι ανάμεσα, πιέζομαι ανάμεσα
to be in a confined area with little space between two objects or individuals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
between
βασικό ρήμα
sandwich
ενεστώτας
sandwich between
γ΄ ενικό πρόσωπο
sandwiches between
ενεστώτα μετοχή
sandwiching between
απλός αόριστος
sandwiched between
παθητική μετοχή
sandwiched between
Παραδείγματα
I felt sandwiched between two large suitcases in the crowded bus.
Ένιωσα σφιγμένος ανάμεσα σε δύο μεγάλες βαλίτσες στο γεμάτο λεωφορείο.
02
σφίγγω ανάμεσα, πιέζω ανάμεσα
to squeeze someone or something tightly between two other people or objects
Παραδείγματα
The car was so tightly parked that I was sandwiched between two vehicles.
Το αυτοκίνητο ήταν παρκαρισμένο τόσο σφιχτά που αποκλείστηκα ανάμεσα σε δύο οχήματα.



























